Παραλία, Χαμόγελα και Περισυλλογή: Ευρωεκλογές 2009 Ιουνίου 9, 2009
Posted by nehomo in Πολιτικά.add a comment
![]()
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά των ευρωεκλογών του Ιουνίου είναι η αποχή-ρεκόρ που σημειώθηκε. Προβλεπόμενη, αλλά όχι σε τόσο υψηλά επίπεδα, στιγμάτισε το πολιτικό σύστημα της χώρας και επικύρωσε πλέον επίσημα και θεσμικά, την προ πολλού απαξιωμένη πολιτική ζωή.
Είναι η υψηλότερη αποχή που έχει καταγραφεί, με ποσοστό κοντά στο 50% του εγεγραμμένου πληθυσμού, από την εποχή του Πολυτεχνείου. Δηλαδή σε απλά μαθηματικά, 1 στους 2 Έλληνες, ψήφισαν. Φυσικά, η κατάσταση είναι χειρότερη σε χώρες όπως η Αυστρία ή η Γερμανία. Παραμένοντας στην Ελλάδα όμως, το μεγαλύτερο μέρος του εκλογικού σώματος καταγράφηκε να μην προσέρχεται στις κάλπες λόγω πολιτικών επιλογών και το αμέσως επόμενο κομμάτι -επίσης τεράστιο, εξαιτίας προσωπικών λόγων, κοινώς πήγαν για μπάνιο.. Αξιοσέβαστη η επιλογή των πρώτων, αλλά όχι και των δεύτερων. Δηλαδή, φανταστείτε, προτίμησαν να πάνε για μπάνιο όλη μέρα, ενώ αν ήθελαν θα μπορούσαν να πάνε να ψηφίσουν το πρωί, και να πάνε για μπάνιο μετά. Πως το είπε και ο Τσίπρας, επιδιώκοντας τη ψήφο των νέων ως μονόδρομος που θα καθόριζε το αποτέλεσμα, ”μαυρίστε τους και πάμε να μαυρίσουμε μετά” ή κάτι τέτοιο. Δεν έγινε ούτε αυτό. Και δεν είναι αξιοσέβαστη, όχι επειδή δεν επέλεξαν να ασκήσουν ένα από τα δημοκρατικά τους δικαιώματα από πολιτική επιλογή, αλλά ακριβώς επειδή δεν τους ενδιαφέρει η πολιτική ζωή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατ’ επέκτασης και του τόπου. Το συγκεκριμένο κομμάτι (δυστυχώς και το νεότερο) του ελληνικού πληθυσμού, απλώς δεν ασχολείται καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς με τη δημόσια ζωή και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Δεν είναι απλώς απαξίωση της εκλογικής αναμέτρησης, αλλά απαξίωση της συνολικής δυνατότητας που έχει ο καθένας να επέμβει στα πολιτικά δρώμενα.
Είναι άλλο να μην ψηφίζεις από πολιτική επιλογή και άλλο να μην ψηφίζεις επειδή πήγες στη Μύκονο με το STAR και στη παραλία με τη Τζούλια. Είναι παντελώς διαφορετικό να λες ότι δεν ψηφίζεις εξαιτίας της σαπίλας του πολιτικού συστήματος και άλλο να παραδέχεσαι ότι δεν έχεις ακούσει ότι στις 9 Ιουνίου γίνονται ευρωεκλογές. Δηλαδή, που ζεις? Παρόλ’ αυτά, και οι δυο συνιστώσες του κόμματος της Αποχής, έχουν κοινό παρανομαστή: το αποσαρθρωμένο πολιτικό σύστημα. Το φαινόμενο, έχει την ίδια ρίζα. Αν η πολιτική ζωή, που στα μάτια του κόσμου εκφράζεται κυρίως από την Βουλή, δεν ήταν τόσο ανθυγιεινή, θα ήταν μειωμένη και η αποχή για τους δυο παραπάνω λόγους. Βέβαια, πάντα υπάρχουν άτομα που δεν τους ενδιαφέρει τίποτα παραπέρα από τη μύτη τους, αλλά τουλάχιστον θα ήταν λιγότεροι αν… Το γενικότερο κλίμα απαξίωσης ουσιαστικά έχει αφετηρία τη πολιτική σφαίρα.
Ένα άλλος επίσης σημαντικός γεννήτορας της αποχής, είναι η πλέον περισσότερο διαδεδομένη αίσθηση ότι το Ευρωκοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Ένωση γενικότερα είναι “μακριά από εμάς και την Ελλάδα”, αφορά κάτι “μακρινό που δεν βλέπουμε” και στη τελική “δεν παρακολουθούμε” καν τις διαδικασίες της Ευρωβουλής, και ”μαθαίνουμε” τις αποφάσεις της μόνο όταν έχουν σχέση με πρόστιμα που πρέπει να καταβάλλουμε. Οι Ευρωεκλογές δηλαδή δεν συνδέονται με καίρια ευρωπαϊκά ζητήματα, αλλά όπως τις έχουν καταντήσει και τα περισσότερα κόμματα είναι μια απλή προθέρμανση για τις εθνικές εκλογές και στη καλύτερη των περιπτώσεων, ένα απλό πρόσχημα. Και εδώ ακριβώς συναντάται και η αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επεκτείνει το όραμά της πέραν της οικονομικής ένωσης και να ολοκληρωθεί πολιτικά. Αλλά αυτό είναι “άλλου ευρωπαϊστή, Σύνταγμα”
Αν και κατανεμημένη στα πέντε κόμματα, η αποχή κόστισε περισσότερο στη Νέα Δημοκρατία της οποίας η ψηφοφόροι πήραν βαρύ τα σκάνδαλα και τους κακούς χειρισμούς των. Από την άλλη, σαν νομοτελειακός κανόνας, το ΠΑΣΟΚ, στα τέλη της δεύτερης τετραετίας της ΝΔ, ανέβηκε σημαντικά αλλά όχι αυτοδύναμα (πάντα τα κυβερνώνατα κόμματα στη δεύτερη τετραετία τους φθίνουν). Έτσι η διαφορά μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ τελικά κατέληξε στις 4 περίπου μονάδες. Το ΚΚΕ παρέμεινε σταθερό, χάνοντας μια μονάδα. Ο ΛάΟΣ είναι όπως και το ΠΑΣΟΚ, ο κερδισμένος της βραδιάς αφού μπόρεσε και κοντά διπλασίασε τα ποσοστά του από τις ευρωεκλογές του 2004. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο χαμένος της αναμέτρησης, αφού καταιδρωμένος πήρε τη πέμπτη θέση πίσω από το ΛΑΟΣ (θυμηθείτε περσινά ποσοστά της τάξεως του 18% και εξαγγελίες περί τρίτου κόμματος)!
Τι σημαίνουν όμως όλα αυτά τα αποτελέσματα;
Αρχικά για τη Νέα Δημοκρατία, τα ποσοστά της απλώς καταγράφουν τη δυσαρέσκεια της κοινωνίας για τη πολιτική της. Ροή ψηφοφόρων της υπήρξε από το “μεσαίο χώρο” προς το ΠΑΣΟΚ και τους Οικολόγους Πράσινους και από τη συντηρητική πτέρυγα προς τον ΛΑΟΣ. Για το ΠΑΣΟΚ, ήταν αναμενόμενο το αποτέλεσμα, αφού η μεγάλη μερίδα “μέσων” ψηφοφόρων που ψήφιζε ΝΔ και που απογοητεύθηκε, ψήφισε το συγκεκριμένο κόμμα σαν άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος θα λέγαμε (φαντάζομαι έτσι το αντιλαμβάνονται και οι ίδιοι), όπως και κάνει πάντα. Είτε δεν βρήκε άλλη επιλογή είτε ξαναεμπιστεύθηκε το ΠΑΣΟΚ, πάντως το ψήφισε.
Πάω κατευθείαν στο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δεν μπόρεσε να παραμείνει στο ύψος των αισιόδοξων εξαγγελιών και των δημοσκοπήσεων. Απογοήτευσε θεωρώ ιδιαίτερα από τη στάση του για τα γεγονότα του Δεκέμβρη, όπου ουσιαστικά δεν καταδίκασε την έξαρση της βία από την “κοινωνική εξέγερση” και την υποστήριξε έστω και έμμεσα. Επιπλέον, οι διάφορες συνιστώσες εντός του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έδειξαν ότι μπορούν να συνεργαστούν και να προβάλλουν ένα κοινό, συγκεκριμένο πρόγραμμα. Ρόλο ίσως και να έπαιξε η μειωμένη ευαισθησία (έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο κόσμος) που διακρίνει το κόμμα του Συνασπισμού (όχι τόσο τα υπόλοιπα κομμουνιστογενή) ιδιαίτερα ως προς τα εθνικά ζητήματα.
Σοβαρό πρόβλημα πιστεύω ότι ανακύπτει από την επέλαση του ΛάΟΣ στη τέταρτη θέση με δυο ευρωβουλευτές ακριβώς πίσω από το ΚΚΕ. Αν και από τότε που ξεκίνησε τη καριέρα του ο Καρατζαφέρης, έχει γίνει πιο μετριοπαθής ως προς τις θέσεις και δηλώσεις του (αν και συνεχίζει ακόμα τις ακραίες εκφράσεις του στην εκπομπή του στο Τηλεάστυ), ωστόσο θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να ξεχνάμε από ποιον πολιτικό χώρο προέρχεται, ποιοί είναι οι βουλευτές-σύμβουλοί του και ποιους εκφράζει. Αν τα σκεφτούμε όλα αυτά, μόνο τρόμο μπορεί και πρέπει να αισθανθούμε. Όταν δηλαδή ένας από τους στόχους του ίδιου του Καρατζαφέρη από το 2000 και μετά ήταν να δώσει στον ελληνικό ακροδεξιό-εθνικιστικό χώρο βήμα στη Βουλή, όταν ο Αθανάσιος Πλεύρης έχει τρομακτική συγγένεια με τον πατέρα του Κώστα (και το βιβλίο του περί κατωτερότητας των Εβραίων) και ο Μάκης Βορίδης είχε διατελέσει πρόεδρος του Ελληνικού Μετώπου, κόμμα με σαφείς εθνικιστικές αναφορές και όταν το ίδιο το κόμμα του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού εκφράζει μερίδα του εκλογικού σώματος που είναι κατά βάση συντηρητικό, ρατσιστικό και λίγο υπερβολικά πατριωτικό, μάλλον κάτι όχι και τόσο καλό συμβαίνει στη πολιτική ζωή του τόπου, μετά το 7,2% του συγκεκριμένου κόμματος στις Ευρωεκλογές.
Έπειτα, ας θυμηθούμε τις φιλοδοξίες του Καρατζαφέρη, να εδραιωθεί δηλαδή στο ρετιρέ της κεντροδεξιάς πολυκατοικίας που σημαίνει πρακτικά ότι κάποια στιγμή που η Νέα Δημοκρατία θα βρεθεί σε δύσκολη θέση και δεν θα μπορεί να κυβερνήσει αυτοδύναμα, το ΛΑΟΣ θα της προσφέρει χείρα βοηθείας για σταθερή κυβέρνηση. Ποιες συνέπειες θα έχει αυτή η συνεργασία δεν θέλω να φανταστώ, αλλά μια απ’ αυτές θα είναι και για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση, η νομιμοποίηση και κυβερνητικά μιας ακροδεξιάς-εθνικιστικής παράταξης. Οπότε και για τη διαδοχή στη ΝΔ, στηρίζουμε Ντόρα που πιστεύει και στα “άκρα”.
Τέλος για το ΚΚΕ, αν και έχασε μια μονάδα από τις Ευρωεκλογές του 2004, εντούτοις παρέμεινε σταθερό. Θα πρέπει όμως για μένα, για τους λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω, να περιορίσει το ξύλινο του λόγο και ν’ αρχίσει να βγαίνει από την αυτοαπομόνωσή του, ώστε ν’ αρχίσει να διευρύνει την βάση του. Και όχι μόνο αυτό.
Σε περιόδους κρίσης λοιπόν, όπως και αυτή που ζούμε τη σημερινή εποχή, πιστεύω πως χρειάζονται αριστερά (κατά προτίμηση κομμουνιστογενή) κόμματα τα οποία έχουν λόγο συγκεκριμένο, λαϊκό (απλό) και δυνατό, δεν έχουν ξεχάσει τις ταξικές τους αναφορές και έχουν θέσεις και πρακτικές μέσω των οποίων υπερασπίζονται τους εργαζόμενους. Γιατί, όπως παρατηρούμε οι εργαζόμενοι είναι οι περισσότερο πληγμένοι όταν υπάρχει κρίση. Βέβαια κλείνουν εργοστάσια και κυρήσουν πρώχευση τράπεζες, αλλά δύσκολα οι ιδιοκτήτες τους θα εξαθλιωθούν αν δεν βρουν δουλειά. Αυτοί που απολύονται και δεν βρίσκουν εργασία είναι η ευρύτερη μάζα εργαζομένων (αν συμπεριλάβουμε και τα στελέχη των επιχειρήσεων). Και γι’ αυτό το λόγο θα πρέπει να υπάρχει ισχυρός αριστερός πόλος που να αντιστέκεται στις κυρίαρχες πολιτικές.
Δεν θα έλεγα προσωπικά το ίδιο πράγμα αν δεν είμασταν σε κρίση, αλλά το πιο πιθανό να καταχωρούσα τον εαυτό μου προς τη μεριά της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας. Βέβαια στις μέρες μας, δεν θεωρώ πως η συγκεκριμένη θεώρηση μπορεί και να προστατεύσει εργατικά δικαιώματα, καθώς έχω την αίσθηση ότι τα κόμματα που την εκφράζουν (αν θέλετε μπορείτε να σκεφτείτε το ΠΑΣΟΚ για την Ελλάδα) μένουν ακόμα προσδεμένα στις πολιτικές που ασκούσαν και στα συμφέροντα τα οποία εξυπηρετούσαν. Κάτι που προφανώς, τουλάχιστον για μένα, δεν ενδείκνυνται σήμερα.
Έτσι, θεωρώ ειδικά μετά την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές και παραμένοντας απαισιόδοξος ως προς τη πορεία του αλλά και ως προς τη “μετριότητα” και όχι τόσο τη ριζοσπαστικότητά του κόμματος του Συνασπισμού (που λίγο ως πολύ δίνει μια α κατευνθηντήρια γραμμή), ότι λύση στο ζητούμενο των καιρών μπορεί και πρέπει να δώσουν κομμουνιστογενή κόμματα. Αφενός γιατί καλύπτουν για μένα, τα παραπάνω απαιτούμενα και γιατί μπορεί να γίνουν ο ισχυρός ανταγωνιστής του ΛΑΟΣ από τη στιγμή που και των δυο κομμάτων η δεξαμενή ψηφοφόρων είναι συνήθως συντηρητική και αντιευρωπαϊκή (κι αυτό άλλο μεγάλο ζήτημα). Φυσικά τα αριστερά κόμματα δεν είναι ρατσιστικά και είναι πολύ πιο μετριασμένα ως προς το πατριωτισμό τους. Από την άλλη όμως, όταν ανοίγεται αυτή η ατραπός μπροστά σ’ αυτά, αυτά με τη σειρά τους θα πρέπει να διευρύνουν και την εκλογική τους βάση. Να γίνουν πιο ελκυστικά και να κατανοηθούν από το κόσμο της “εργατιάς” ότι αυτό μπορεί να τους προστατεύσει.
Όχι για να φέρουν το κομμουνισμό αλλά για να λειτουργήσουν ως ανάχωμα στις φιλελεύθερες “εξόδους από τη κρίση”.


